"Όποιος Ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" Ρήγας Φεραίος

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος, εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα"

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ
.........................Η σελίδα της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"..................................

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών είναι ένα από τα δεκατέσσερα Eρευνητικά Kέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία εντάχθηκε από την ίδρυσή της (1926). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Νικόλαο Γ. Πολίτη ως Λαογραφικό Αρχείο, με αντικείμενο τη Λαογραφία δηλαδή «την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και την δημοσίευσιν αυτής». Σήμερα αποτελεί το Eθνικό Kέντρο Tεκμηρίωσης του λαϊκού πολιτισμού με πλουσιότατο Αρχείο ανέκδοτου υλικού για όλες τις πτυχές του λαϊκού βίου και ειδική Βιβλιοθήκη.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Σίμων Καράς, ο δάσκαλος της μουσικής μας (βυζαντινής και δημοτικής) παράδοσης

Στον δρόμο του Σίμωνος Καρά

karas


Ο Σίμων Καράς
Οταν στις 26 Ιανουαρίου 1999 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 96 ετών, ο Σίμων Καράς, ο δάσκαλος της μουσικής μας (βυζαντινής και δημοτικής) παράδοσης, ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος είχε βεβαιώσει ότι θα υπερασπιστεί το έργο και τη συνέχειά του. «Τίποτα δεν έχουνε κάνει, μόνοι μας προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα», είπε σε συνέντευξή μας δέκα χρόνια αργότερα (2009) η σύζυγος και συνοδοιπόρος του, Αγγελική Καρά.
«Και λέτε ότι αυτά θα συνεχιστούν και –χτυπάω ξύλο– μετά από εσάς;» είχα ρωτήσει τον ίδιο τον δάσκαλο σε συνέντευξη (για την «Ελευθεροτυπία») το 1990. «Θα συνεχιστούν, θα βρεθούνε άνθρωποι – τα χαρτιά είναι γραμμένα, υπάρχουν όλα αυτά που δεν υπήρχαν πριν από εμάς, για όσους θέλουν να εργαστούν», ήταν η απάντησή του. Σήμερα η Αγγελική Καρά, στα 93, θαλερή μεν, αλλά με προβλήματα υγείας, εμφανίζεται ικανοποιημένη από τη συνέχιση του έργου του συζύγου της – πάντα χωρίς κρατική ενίσχυση.
300 μαθητές
Είναι ο πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού Κέντρου Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής Μιχάλης Μαντζούρης και η εκπαιδευτικός Ευγενία Σπυροπούλου, παλιά συνεργάτις του Καρά, που, σε συνάντησή μας βεβαιώνουν ότι συνεχίζεται το έργο του δάσκαλου. Και έχει, νομίζω, ενδιαφέρον, μέρες παθών που διανύουμε, να σταθούμε στη συνέχιση ενός εθνικού έργου σ’ έναν τόπο που δοκιμάζεται (και) από ασυνέχειες.
Είναι πρώτα το λειτουργικό κτίριο, ψηλά στου Στρέφη, που με μύριους κόπους και θυσίες έστησε το 1955 το ζεύγος Καρά. Εκεί το Ωδείο Σίμων Καράς, το τεράστιο παραδοσιακό υλικό (βιβλία, χειρόγραφα, παρτιτούρες, μουσικά όργανα, εθνικές ενδυμασίες, ηχητικά ντοκουμέντα), που συγκέντρωνε επί δεκαετίες στις ανά την Ελλάδα περιπλανήσεις του το ζεύγος Καρά, οι χώροι διδασκαλίας, συν ένα παρεκκλήσι.
«Και για πού προορίζεται όλο αυτό το υλικό;» είχα ρωτήσει τον δάσκαλο. «Ο προορισμός του είναι να μην πάει ούτε στο κράτος ούτε στην Εκκλησία, γιατί τότε χαθήκαμε. Θα κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, θα το μαγαρίσουν. Θα μείνει εδώ, σ’ αυτούς που πονάνε την παράδοση», απάντησε. Ας δούμε λοιπόν τώρα τι πράττουν οι διάδοχοι:
Είναι το Ωδείο με τους περίπου 300 μαθητές, επαγγελματίες κι ερασιτέχνες, όλων των ηλικιών, που παρακολουθούν, κατά τμήματα και σε διαφορετικές ώρες, μαθήματα παραδοσιακών οργάνων και χορών, σεμινάρια και ομιλίες από ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, 30-40 τον αριθμό. Τα δίδακτρα, ανάλογα με τις δυνατότητες των σπουδαστών και της… κρίσης, από 20-30, μέχρι 80 ευρώ τον μήνα.
Είναι ακόμη το πωλητήριο με εκδόσεις του Κέντρου (βιβλία, δίσκοι – αρκετοί με τη φωνή του δάσκαλου σε βυζαντινούς ύμνους και δημοτικά), συν κάποια συμβολική ενίσχυση από την Αρχιεπισκοπή. Και η φροντίδα για την ψηφιοποίηση του αρχείου και η επέκταση των δραστηριοτήτων του Κέντρου και σε άλλες χώρες, όπου υπάρχει ενδιαφέρον.
Ο εκμαυλισμός
Δεν πραγματοποιούνται ακολουθίες και άλλες τελετές (Χαιρετισμοί, Μεγάλη Εβδομάδα, Πάσχα, Χριστούγεννα – μέχρι γάμοι, με παραδοσιακά πρότυπα), που γίνονταν όσο ζούσε ο δάσκαλος. Τηρείται όμως το έθιμο της Τσικνοπέμπτης και το μνημόσυνο για την Αλωση της Πόλης τελείται ανελλιπώς από το 1932 σε άλλους, ευρύτερους χώρους.
«Για να κρατήσουμε τη σύνδεση με τη μεγάλη ιδέα του γένους, αυτή που έρχεται από την αρχαιότητα διά του Βυζαντίου», είχε πει στη συνέντευξη η δάσκαλος, διευκρινίζοντας ότι «το μνημόσυνο δεν έχει σχέση με τους σύγχρονους βασιλείς και δεν εξυπηρετεί καμιά πολιτική παράταξη». Εφέτος το μνημόσυνο, με ομιλίες και ύμνους, θα γίνει την Παρασκευή 27 Μαΐου, 7 μ.μ., στο Πολεμικό Μουσείο.
Κι ας κλείσω με τη γνώμη του δάσκαλου για τη μοίρα αυτού του τόπου: «Ο μεγάλος κίνδυνος είναι η τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Αυτά εξεμαύλισαν τον επαρχιώτη, τον έβγαλαν από το περιβάλλον του, όπως έγινε με τη γυναίκα του Λωτ.
Κάθεται εκεί πέρα, βλέπει που τραγουδάνε, αυτός δεν τραγουδάει, βλέπει που χορεύουν, αυτός δεν χορεύει, κοιμάται αμερικάνικα ή γαλλικά […] Τώρα που θα παρουσιασθούμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ως τι θα παρουσιασθούμε; Ως μεγάλη δύναμις; […] Με το μόνο που μπορούμε να σταθούμε είναι η ιστορία μας, οι τέχνες, η φιλοσοφία μας, η θρησκεία μας, να σταθούμε ως πνευματικοί άνθρωποι». Κι όσο για τους πολιτικούς: «Εγώ δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Εμένα μ’ ενδιαφέρει η πατρίδα μου, τίποτε άλλο».
Στο πλαίσιο
Από τους μεγαλοβδομαδιάτικους και τους πασχαλινούς ύμνους, που ακούγονται τις ημέρες αυτές, είναι και αυτοί που πρόλαβε να αφήσει ο συνθέτης Δημήτρης Λάγιος. Πρόλαβε, γιατί έφυγε από τη ζωή στα 39 του, πριν από 25 χρόνια (10 Απριλίου 1991). Αυτός που η ζωή του ήταν ταυτισμένη με την εργατικότητα, την εγκράτεια, τη λιτότητα, την αυτοπειθαρχία, την ευγένεια.
Προικισμένος συνθέτης, με καταβολές από τη γενέτειρά του Ζάκυνθο, σπουδές εδώ και στο εξωτερικό, νέος ακόμη, αναμετρήθηκε με τη μεγάλη ποίηση. Κι ήταν αρχές του 1982, όταν άκουσα τον Γιώργο Νταλάρα να λέει ένα τραγούδι που αμέσως μ’ έπιασε: «Ομορφη και παράξενη πατρίδα». «Ποιανού είναι;» ρώτησα. «Του Δημήτρη Λάγιου, ενός νέου συνθέτη». Ηταν από τον «Ηλιο τον Ηλιάτορα» του Οδυσσέα Ελύτη. Μια θαυμάσια δουλειά σ’ ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα, που άγγιξε και τον ποιητή.
Ηταν από τους δίσκους που βγήκαν όσο ζούσε, γιατί κάποιοι άλλοι κυκλοφόρησαν κι έγιναν περισσότερο γνωστοί μετά. Οπως το «Ινα τι», των ημερών που διανύουμε, που, κοντά στον Νταλάρα, ακούγεται και η δική του εκφραστική και σπαραχτική φωνή. Οπως η «Ερωτική πρόβα» και «Των αθανάτων», όπου το υπέροχο «Καρτερούμεν», αφιερωμένο στην Κύπρο που λάτρευε και είχε ζητήσει η μισή τέφρα του να ριχτεί στη θάλασσά της – η άλλη μισή στης Ζακύνθου.
Στην προσωπική του ζωή, η έγνοια για τη σύζυγο και συνεργάτριά του Πέγκυ και την κόρη τους Υακίνθη, που (πόσο θα το χαιρόταν) τον ακολουθεί.
ΚΑΙ… Ουκ αν λάβοις παρά του… έχοντος (αυτοί –και πάλι– θα ξεφύγουν).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Αλλο να τα λέμε κι άλλο να τα γράφουμε…

_____________

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

TZITZIKAΣ - Ο γλυκός προφήτης του καλοκαιριού

Συκοφαντήθηκε από το αισώπειο μυρμήγκι ως τεμπέλης . Κι όμως εργάζεται, ο καημένος, νυχθημερόν. Με την ανατολή του ήλιου αρχίζει τα τραγούδια του κι αν η ζέστη της καλοκαιρινής ημέρας είναι μεγάλη συνεχίζει να τραγουδά και μες στη νύχτα .
Αλήθεια , σκέφτεστε πώς θα ήταν το καλοκαίρι μας χωρίς τα τραγούδια του τζίτζικα ; Αρκεί μόνο να θυμηθείτε τη χαρά που νιώσατε όταν ακούσατε το πρώτο τζιτζίκι του καλοκαιριού και τη μελαγχολία που σας πλημμύρισε όταν σώπασαν τα τραγούδια του , σημάδι πως το καλοκαίρι τέλειωσε κι έρχεται ο χειμώνας .
Μαυριδερός , με κεφάλι μεγάλο , με πέντε μάτια (!!!) , δυο μεγάλα στο πλάι και τρία μικρά στο μέτωπο , κι από κάτω μια μυτερή προβοσκίδα για να ρουφά το χυμό των δέντρων . Απ’ το θώρακά του, που θυμίζει ιππότη του παλιού καιρού , ξεφυτρώνουν δυο ζευγάρια διάφανες φτερούγες και τρία ζευγάρια λιγνών , αγκαθωτών ποδιών . Παραπίσω η αρθρωτή κοιλιά του χοροπηδά ακούραστη σε κάθε τερέτισμα .
Τραγουδιστής είναι μόνο το αρσενικό . Σκοπός του να προσελκύσει το «έτερον ήμισυ» . Δυο τύμπανα που έχει στην κοιλιά του δραστηριοποιούνται με τον αέρα που αναπνέει το έντομο και πάλλονται , παράγοντας αυτό το τόσο γνώριμο μονότονο τερέτισμά του . Αφού το άλαλο θηλυκό ανταποκριθεί στο κάλεσμα και ζευγαρώσουν , ύστερα , μ’ ένα κοφτερό όργανο που έχει στο πίσω μέρος της κοιλιάς ανοίγει σχισμές στη φλούδα του δέντρου και γεννά 20 με 150 αυγά . Απ’ αυτά θα βγουν μικρά σκουληκάκια που θα πέσουν και θα χωθούν στη γη , κάτω απ’ το δέντρο . Κι ενώ μπαίνει το Φθινόπωρο και «οσονούπω» έρχεται κι ο χειμώνας ( οι γονείς ήδη έχουν αποχαιρετίσει τα γήινα) , τα σκουληκάκια τρέφονται από τις ρίζες των δέντρων , μεταμορφώνονται κι όταν φτάσουν στο τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσής τους (μετά από 3 έως 17 χρόνια (!!!) ανάλογα με το είδος) βγαίνουν από τη γη , σκαρφαλώνουν στα δέντρα , αλλάζουν το τελευταίο πουκάμισό τους κι αρχίζουν τη ζωή τους σαν τέλεια τζιτζίκια .
Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως τα τζιτζίκια ήταν πρώτα άνθρωποι που μαγεύτηκαν τόσο πολύ από τις μελωδίες των Μουσών τις οποίες άκουγαν τόσο εκστατικά , ώστε λησμόνησαν να φάνε και πέθαναν από την πείνα . Οι Μούσες , συγκινημένες από την αφοσίωσή τους , τους μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκια και τους έβαλαν να τραγουδούν τα καλοκαίρια , μέχρι το θάνατό τους , χωρίς να χρειάζονται τροφή και νερό . Όταν τα τζιτζίκια πεθάνουν (λέει πάλι ο μύθος ) πηγαίνουν στις Μούσες και τους ανακοινώνουν ποιοι άνθρωποι τιμούν κάθε μία απ’ αυτές , ώστε αυτοί να αξιωθούν την προστασία τους.
Το ατελείωτο και ανέμελο τραγούδι του τζίτζικα το κορόιδεψαν αρχαίοι μυθοπλάστες , όπως ο Αίσωπος , και πρόβαλλαν τον τζίτζικα ως πρότυπο τεμπελιάς και αποφυγής . Όμως , αλήθεια , πώς θα ήταν μια ζωή πειθαρχημένων ανθρώπων , με το κεφάλι πάντα σκυμμένο στη δουλειά , χωρίς γέλιο , χωρίς τραγούδι , χωρίς χαρά κι ανεμελιά ; Άλλωστε κι αυτοί ακόμα οι εργάτες στο Σικάγο , με το σύνθημα «8 ώρες δουλειά -8 ώρες ανάπαυση -8 ωρες ψυχαγωγία» διεκδίκησαν , με τίμημα τη ζωή τους , να γίνονται για 8 ώρες την ημέρα τζιτζίκια , ώστε να διώχνουν από πάνω τους τις πίκρες της σκληρής ζωής τους και τις αλυσίδες της δουλειάς – «δουλείας» .
Οι αρχαίοι που ήξεραν να εκτιμούν διαφορετικά τη ζωή από εμάς , τίμησαν τον περιφρονημένο , σήμερα , ταπεινό και ασήμαντο τζίτζικα, μ’ ένα ολόκληρο τραγούδι , που βρέθηκε μέσα στην Παλατινή Ανθολογία :
«Σε καλοτυχίζουμε , τζίτζικα
όταν πάνω στις κορφές των δέντρων,
αφού έχεις πιει λίγη δροσιά ,
σαν βασιλιάς τραγουδάς .
Γιατί δικά σου είναι όλα εκείνα 
που στους αγρούς βλέπεις
και που τα δάση τρέφουν .
Εσύ είσαι αγαπητός στους ανθρώπους,
γλυκός προφήτης του καλοκαιριού.
Σ’ αγαπούν οι Μούσες, 
σ’ αγαπά κι ο ίδιος ο Φοίβος,
γι’ αυτό σου χάρισαν γλυκιά λαλιά .
Τα γηρατειά εσένα δε σε φθείρουν, 
σοφέ τζίτζικα , που γεννήθηκες απ’ τη γη
κι αγαπάς το τραγούδι,
αμέριμνε εσύ , που έχεις σάρκα χωρίς αίμα,
είσαι σχεδόν όμοιος με τους Θεούς .»
Carmina Anacreontea , 34
(Εκδ.West)

Τέλος , ο τζίτζικας αξιώθηκε ν’ αποτελέσει θέμα συζήτησης του σοφού Σωκράτη με τον μαθητή του Φαίδρο , όταν πλάι στον Ιλισσό ποταμό κουβέντιαζαν για τη φυσική και καλλιτεχνική ομορφιά :

Σωκράτης
« Έχομεν καιρόν ως φαίνεται• και μάλιστα μέσα εις την πνιγηράν ζέστην επάνω από τα κεφάλια μας μου φαίνονται ότι οι τέττιγες ψάλλοντες και συνομιλούντες μας παρατηρούν. Εάν λοιπόν ίδωσι και ημάς όπως τους κοινούς ανθρώπους να μη συνδιαλεγώμεθα, αλλά να νυστάζωμεν νανουριζόμενοι από το τραγούδι των ένεκα αδρανείας της διανοίας μας, δικαίως θα μας καταγελάσωσιν θεωρούντες ημάς ως μερικούς δούλους οι οποίοι εύρον καταφύγιον να κοιμηθώσι, όπως τα αναπαυόμενα το μεσημέρι πρόβατα κοιμώνται παρά την βρύσιν• εάν δε μας βλέπωσιν ότι εξακολουθούμεν συνομιλούντες, και ότι παρερχόμεθα αυτούς καθώς Σειρήνας χωρίς να γοητευθώμεν [από τα άσματά των],
τότε θαυμάσαντες ταχέως θα μας έδιδον το δώρον, το οποίον έχουσιν από τους θεούς διά να χαρίζωσιν εις τους ανθρώπους.»

Τέλος , κι ο Λαός μας τίμησε τον τραγουδιστή του καλοκαιριού ταιριάζοντας για χάρη του σοφές παροιμίες και παροιμιακές εκφράσεις :
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος
ή το χελιδονάκι .
Αν δε λαλήσει τζίτζικας
δεν είν’ καλοκαιράκι»
«Τζίτζικας ελάλησε
μαύρη ρώγα γυάλισε»
"Γλεντάει σαν τον τζίτζικα." (για όσους δε χορταίνουν γλεντοκόπι)
"Σκάει ο τζίτζικας." (όταν κάνει πολύ ζέστη)
 Βαγγέλης Μητράκος
"ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ"
19-7-2006
Δείτε περισσότερες αντιδράσεις