"Όποιος Ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" Ρήγας Φεραίος

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος, εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα"

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ
.........................Η σελίδα της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"..................................

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών είναι ένα από τα δεκατέσσερα Eρευνητικά Kέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία εντάχθηκε από την ίδρυσή της (1926). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Νικόλαο Γ. Πολίτη ως Λαογραφικό Αρχείο, με αντικείμενο τη Λαογραφία δηλαδή «την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και την δημοσίευσιν αυτής». Σήμερα αποτελεί το Eθνικό Kέντρο Tεκμηρίωσης του λαϊκού πολιτισμού με πλουσιότατο Αρχείο ανέκδοτου υλικού για όλες τις πτυχές του λαϊκού βίου και ειδική Βιβλιοθήκη.

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Η ξενιτιά στη δημοτική ποίηση


  «Τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού» (δημοτικά τραγούδια), δίπλα στα κλέφτικα και τα μοιρολόγια αναφέρει και τα τραγούδια της ξενιτιάς. 
Ο λαογράφος της ελληνικής παράδοσης, Νικόλαος Πολίτης στον πρόλογο του έργου του μας λέει: «...εις τα τραγούδια και τις παραδόσεις ο εθνικός χαρακτήρ αποτυπώνεται ακραιφνής και ακίβδηλος…». Ακόμα, θεωρεί ότι «η δημοτική ποίησις ένεκα τούτου είναι η ασφαλέστερη αφετηρία και το στερεώτατον θεμέλιον πάσης δημιουργίας της ελληνικής τέχνης». Δεν έχουμε παρά να δούμε από κοντά το περιεχόμενο των δημοτικών τραγουδιών της ξενιτιάς, για να διαπιστώσουμε με την αυθεντικότητα που μας αναφέρει ο Πολίτης, τα συναισθήματα του λαού για την ξενιτιά και τον αποχωρισμό. «Η ξενιτιά και ο θάνατος αδέλφια λογούνται». Σ’ άλλα δημοτικά από την ίδια συλλογή τραγουδιών σταχυολογούμε τις παρακάτω στροφές:
«Θα’ρθούνε, μάνα μου, οι γιορτές, οι μεγαλοβδομάδες, θα πας μέσα στην εκκλησιά με την καρδιά καμένη,…θα βρεις τον τόπο μου αδειανό και στο στασίδι μου άλλον, θα σ’έρθει δίψα στην καρδιά και κάψα μες στ’αχείλι, θα θολωθούν τα μάτια σου τηράγοντας τις στράτες».
«Σ’αφήνω γεια, μανούλα μου, σ’αφήνω γεια, πατέρα, έχετε γεια αδελφάκια μου και σεις ξαδελφοπούλες, θα φύγω, θα ξενιτευτώ, θα πάω μακριά στα ξένα».
«Την ξενιτιά, την αρφανιά, την πίκρα, την αγάπη, τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα είν’ τα ξένα».
Διαπιστώνουμε ότι η ξενιτιά είναι, τουλάχιστον για τη δημοτική ποίηση, κάτι το κακό, ιδιαίτερα για τα πιο αγαπημένα πρόσωπα στην ζωή του ξενιτεμένου, όπως της μάνας του ή της αδελφής και της αγαπημένης του. Το κακό της ξενιτιάς είναι ίδιο ή παρόμοιο με το κακό του θανάτου, γι αυτό η μάνα του ξενιτεμένου φοράει μαύρα κι αυτός παροτρύνεται να κάνει το ίδιο στα ξένα. «Ο ξένος εις την ξενιτιά πρέπει να βάνει μαύρα, για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα». Τα δημοτικά τραγούδια όπως είναι γνωστό έχουν ανώνυμο δημιουργό ή είναι δημιούργημα συλλογικό. Και στη μία όμως περίπτωση και στην άλλη, η συλλογική μνήμη διατηρεί την δημοτική παράδοση, ως επί το πλείστον σε προφορική μορφή, καθώς μέσω αυτής εκφράζονται οι αξίες μιας κοινωνίας, τα ήθη και τις παραδόσεις της.
Ωστόσο, οι κοινωνίες, ακόμα και οι πιο κλειστές και παραδοσιακές, δεν είναι στατικές, αλλά συνεχώς εξελισσόμενες, αφού χαρακτηρίζονται από εσωτερική δυναμική και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Έτσι και η ελληνική κοινωνία εξελίχθηκε και διαφοροποίησε τις αξίες, τα ήθη και τα έθιμα της, διατηρώντας βέβαια έναν πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο, γύρω από τον οποίο γεννώνται νέες αντιλήψεις. Η ξενιτιά του περασμένου αιώνα, που αποτυπώθηκε όπως είδαμε με τόση ζωντάνια στην συλλογή του Νικολάου Πολίτη, ενέχουν έναν ιδιαίτερο πόνο. Η μετανάστευση από το 1880 ως το 1940 ονομάζεται υπερπόντια, γιατί γίνεται κυρίως προς την Βόρεια και τη Ν. Αμερική. Ο ξενιτεμένος, λόγω της απόστασης και των συγκοινωνιακών μέσων, «λογιέται πεθαμένος », γιατί τις περισσότερες φορές κανείς δεν θα τον ξαναδεί. Η ξενιτιά των δεκαετιών ΄50, `60 και `70 κουβαλάει έναν διαφορετικό πόνο, μία διαφορετική γεύση και σίγουρα έχει μια ειδοποιό διαφορά, από την ξενιτιά που λογιέται αδερφή του θανάτου!
Η ξενιτιά των δεκαετιών που αναφέραμε έχει μία ελπίδα, γίνεται η μετανάστευση της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον. Δεν έχει απαλλαγεί τελείως από το στοιχείο της οδύνης, πως θα μπορούσε άλλωστε, ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες και λιγότερο στις κατοπινότερες, αλλά γίνεται ανθρωπινότερη. Πολλές οι αιτίες της μετανάστευσης και σ΄ αυτή τη φάση. Η ελπίδα για μία καλύτερη ζωή είναι το κυρίαρχο στοιχείο που σπρώχνει τον Έλληνα μακριά. Άλλωστε η Ελλάδα από την αρχαιότητα έχει χαρακτηρισθεί ως «λεπτόγαιος», αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της. Αυτή η πραγματικότητα καθώς και η φύση του Έλληνα, μία φύση τολμηρή με αγάπη για προκοπή αλλά και χωρίς φόβο για το άγνωστο, συχνά μέσα στην ιστορική του διαδρομή, τον σπρώχνει μακριά από την αγαπημένη του πατρίδα. .Οι Έλληνες όπου και αν βρέθηκαν, στις αποσκευές τους είχαν τις αξίες και τις παραδόσεις που γεννήθηκαν στο λεπτόγαιο τόπο τους. Τον τόπο που δεν είχε τις μεγάλες εκτάσεις ή τα πλούσια εδάφη για να τους θρέψει, αλλά τις ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη της ιδέας του μέτρου και του φιλοσοφικού στοχασμού. Πάνω στον άγονο τόπο που δέρνεται από τη θάλασσα και λούζεται από τον ήλιο, ο Έλληνας γίνεται τολμηρός, μόνη του ελπίδα είναι ένα ταξίδι που θα τον φέρει σε εύφορη γη.
Αργότερα, στις δεκαετίες ‘80 και `90, η μετανάστευση των Ελλήνων συνεχίζεται με διαφορετικούς όρους κάθε φορά. Σ’ αυτή τη φάση προστίθενται και λόγοι εκλεπτυσμένης διαβίωσης, όπως οι σπουδές στο εξωτερικό, που οδηγούν χιλιάδες νέους μακριά από την Ελλάδα. Ακόμα και στην τελευταία φάση της μετακίνησης των Ελλήνων, η φυγή θεωρείται κάτι το κακό στην ψυχή του Έλληνα.
Σήμερα η ξενιτιά   είναι o θάνατος,  της Ελλάδας που έχει έντονο δημογραφικό πρόβλημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου