"Όποιος Ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" Ρήγας Φεραίος

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος, εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα"

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ
.........................Η σελίδα της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"..................................

Λαογραφικά... με τον Πάνο Αϊβαλή // Επικοινωνία στο email: arkadikovima@gmail.com

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών είναι ένα από τα δεκατέσσερα Eρευνητικά Kέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία εντάχθηκε από την ίδρυσή της (1926). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Νικόλαο Γ. Πολίτη ως Λαογραφικό Αρχείο, με αντικείμενο τη Λαογραφία δηλαδή «την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και την δημοσίευσιν αυτής». Σήμερα αποτελεί το Eθνικό Kέντρο Tεκμηρίωσης του λαϊκού πολιτισμού με πλουσιότατο Αρχείο ανέκδοτου υλικού για όλες τις πτυχές του λαϊκού βίου και ειδική Βιβλιοθήκη.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Εγγονόπουλος. Καραγκιόζης: Ένα ελληνικό θέατρο σκιών


Άρθρο από το βιβλίο «Πεζά Κείμενα», εκδ. ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1987, σελ. 51-57 
(Αποσπάσματα)   

Ο Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985) ήταν ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους (και ποιητές) του 20ου αιώνα, ο εξέχων εκπρόσωπος του Υπερρεαλισμού στη χώρα μας. Είναι εκείνος που με έναν θαυμαστό τρόπο πήρε το ανθρωποειδές ομοίωμα, το ανδρείκελο των προγενεστέρων του, και κατάφερε να πλάσει κάτι εντελώς άλλο: με έντονα τα στοιχεία του φύλου, τις ιστορικές αναφορές αλλά και το διαβρωτικό χιούμορ (κόκκινα μπανιερά), σε ένα μεσογειακό, συχνά βυζαντινότροπο τοπίο, δημιούργησε συναντήσεις με ομηρικά πρόσωπα, αρχαίους σοφούς και νεώτερους ήρωες, συχνά σε στάση κούρου ή και βυζαντινού αγίου. Είναι λοιπόν βέβαιο πως, αυτός ο ευγνώμων -όπως πάντα έλεγε- μαθητής του Φώτη Κόντογλου, είναι ο κατάλληλος να μας προσδιορίσει και στην περίπτωση του αγαπημένου μας θεάτρου σκιών, τι ακριβώς σημαίνει αφορμή, επιρροή ή δάνειο, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στη λαϊκή τέχνη:   «…ο μακαρίτης Σπύρος Μελάς, παρ’ όλη την αναμφισβήτητη εξυπνάδα και την παντογνωσία του, σε μεταπολεμικό χρονογράφημά του, ίσως λόγω της ελαφρότητος, που απαιτεί, τρόπον τινά, το είδος, σχετικά με την περιγραφή λαϊκού πανηγυριού, αρνείται ν’ ασχοληθή με πετυχημένη, ως το εξομολογείται, παράσταση Καραγκιόζη. Επειδή το ‘θέαμα’, λέει, έχει ‘τουρκική την καταγωγή’! Πρόσφατα πάλι, σε φύλλο παρισινού ‘Φιλολογικού Φιγκαρώ’», ο κ. Λαυρέντιος Ντάρελλ, μιλώντας δια μακρών για παράσταση Καραγκιόζη στην Κέρκυρα, πλουσιοπάροχα όσο κι’ αυθαίρετα, εικονογραφεί και πλαισιώνει το άρθρο του, με φιγούρες του τουρκικού Καραγκιόζη! Ως γνωστόν, οι φιγούρες του τούρκικου Καραγκιόζη -περσικού μάλλον ρυθμού και προελεύσεως- διαφέρουν κατά παρασάγγας, να μην πω πως βρίσκονται στους αντίποδες, των ελληνικών μορφών.   […] είναι αναμφισβήτητο πως, από την πρώτη στιγμή, ο ελληνικός Καραγκιόζης παίρνει τη δικιά του καθαρή, αυτοτελή, αυτόνομη μορφή, απόλυτα διαφορετική, τελείως ξένη απ’ αυτήν του ομωνύμου του ήρωος στους κήπους των τουρκικών σαραγιών […] Κοντολογής, ο τούρκικος Καραγκιόζης ήτανε ένα pretexte απλά, κι’ ούτε αφετηρία ούτε ‘πηγή’. Ο τότε Πειραϊκός κι’ ο Αθηναϊκός λαός αισθάνονταν την επιτακτική ανάγκη ενός τυπικού θεατρικού ήρωα ενός εύγλωττου εκπροσώπου, πάνω σ’ ένα θέατρο που δεν θ’ απαιτούσε ουσιαστικές οικονομικές δαπάνες. Ο Καραγκιόζης τους ήρθε ‘κουτί’.   […]  Όπως είναι παράλογο να πιστεύομε πως ένας ζωντανός οργανισμός είναι δυνατό να τρέφεται αποκλειστικά με τις ίδιες του τις σάρκες, το ίδιο ισχύει, ασυζήτητα, και για έναν ζωντανό πολιτισμό. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, όσο κι’ η βυζαντινή του συνέχεια, δεν αντλήσανε, στις ρίζες τους, από ξένες πηγές; Νόμιμα δεν γαλουχήθηκαν με ξένα στοιχεία για να τα αφομοιώσουν, να τα αξιοποιήσουν και τελικά να δημιουργήσουν τον μοναδικό, τον καταπληκτικό τους πολιτισμό, που θα θαυμάζεται εσαεί για την άφταστή του πρωτοτυπία, την απαράμιλλή του ποιότητα και την ανυπέρβλητή του ομορφιά.   Γιατί αυτό το αξίωμα να μην είναι δυνατό να βρη την εφαρμογή προκειμένου για τον νέο-ελληνικό πολιτισμό, και, φυσικά τηρουμένων των αναλογιών, για την περίπτωση του Καραγκιόζη;   Τώρα είναι αλήθεια πως, μέχρι σήμερα, δεν έχει μελετηθή όπως θα του άξιζε το ελληνικό θέατρο σκιών […] Πολλοί είναι οι τόποι απ’ όπου εικάζεται ότι προήλθε το θέατρο σκιών. Η Κίνα, η Ιάβα, όπου φαίνεται πως αυτό το θέατρο εξακολουθεί να ακμάζη, υστέρα η Περσία, τέλος η Τουρκία. Εγώ δεν έχω δη, ποτέ μου, παράσταση ξένου Καραγκιόζη. Έχω δη όμως άπειρες φιγούρες του: γιαβανέζικες σε μουσεία και τουρκικές, αυτές που φέρνουν συνηθέστατα διάφοροι περιηγητές σαν επιστρέφουν από τα παζάρια της Πόλης. Είναι φτιαγμένες άλλοτε από δέρματα χοντρά όμως διάφανα και χρωματισμένα, άλλοτε από χαρτόνι με διάτρητες τις γραμμές των λεπτομερειών του σώματος και της φορεσιάς. Όλες έχουν τον ιδιάζοντα ρυθμό της χώρας τους: οι γραμμές είναι περίπλοκες, οι λεπτομέρειες παραφορτωμένες. Άπω Ανατολή και Περσία. Γιατί, το ξαναλέω, οι φιγούρες του τουρκικού Καραγκιόζη φέρουν εμφανέστατη την περσική επίδραση και θυμίζουν, στον προσεκτικό παρατηρητή, τις μορφές, προσώπων και αμφιέσεων, των περσικών, ίσως και των αραβικών, αλλά διόλου των τουρκικών, μικρογραφιών χειρογράφων.   Οι μορφές του ελληνικού θεάτρου σκιών έχουν μιαν άκρα λιτότητα, κι’ οι γραμμές των λεπτομερειών είναι ακριβώς μόνο οι απαραίτητες. Οι διάφοροι τύποι ξεχωρίζουν απόλυτα ο ένας από τον άλλο, και το κάθε πρόσωπο, με μοναδικήν εξαίρεση τον πολυμελή χορό των Θεσσαλονικιών Εβραίων, κρατά μιαν απόλυτη αυτονομία και αυτοτέλεια μορφής όσο και χαρακτήρα. Τώρα τα κτίρια του αναλλοίωτου σκηνικού: η μεν καλύβα, το μόνιμο ενδιαίτημα του Καραγκιόζη, είναι μια ρεαλιστική, κατά το μάλλον ή ήττον, αναπαράσταση ερειπίου. Το δε ‘σαράι του πασσά’, παρ’ όλα τα μισοφέγγαρα που κοσμούν τους τρούλλους του, είναι πανομοιότυπο με τις παραστάσεις κτιρίων στην Βυζαντινή ζωγραφική.   […] Ενώ στο τούρκικο θέατρο σκιών ο διάλογος περιορίζεται σε μιαν ανταλλαγή στοχασμών, ευφυολογημάτων και βωμολοχιών ανάμεσα στους δύο τυπικούς πρωταγωνιστές, τον Καραγκιόζη και τον Χατζηαβάτη, αντίθετα, το ελληνικό θέατρο σκιών είναι πραγματικό θέατρο, με διάλογο αλλά και έντονη δράση. Αναπαραστάσεις επεισοδίων από την ταραχώδη ζωή του ήρωά του. Χρησιμοποιεί δε έναν τρόπο συγγενή με την ‘Κομμέντια ντελ’ Άρτε’: κάθε επεισόδιο σαφώς καθορισμένο, εκ των προτέρων, στις γενικές του γραμμές, ερμηνεύεται κάθε φορά, ως προς τις λεπτομέρειες, σύμφωνα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη διάθεση του εκτελούντος Καραγκιοζοπαίκτη και των βοηθών του. Το ‘ρεπερτόριο’ των επεισοδίων είναι απέραντο κι’ αναρίθμητοι οι συμπρωταγωνιστές κι’ οι ‘κομπάρσοι’. Πολλές φορές ο δικός μας Καραγκιόζης παίρνει ρόλους δευτερεύοντες και τριτεύοντες ακόμη, μέχρι του σημείου να είναι κι’ ένας απλούς θεατής, όταν το ‘θέμα’ επεκτείνεται στην περιοχή των λαϊκών ιστορικών παραδόσεων, και τότε πρωταγωνιστεί ένας ήρωας είτε της Επαναστάσεως του ‘21, ο Κατσαντώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, είτε της Αρχαιότητος: ο Μέγ. Αλέξανδρος.   […] Ο Καραγκιόζης μας έχει τάσεις προς το θεαματικό…Πολλές φορές, στο πλήθος των συνηθισμένων προσώπων προστίθενται, πάνω στην επιφάνεια της οθόνης, του ‘Καραγκιόζ-μπερντέ’, άλλο πλήθος θηρίων, τεράτων, αγγέλων, δαιμόνων, αμαξών, αρμάτων, καραβιών, αυτοκινήτων, αεροστάτων, αεροπλάνων, μέχρι την πολυθρόνα του οδοντοϊάτρου και το κρεββάτι του χειρουργού. Συχνά ανάβονται και μυριόχρωμα βεγγαλικά, προ πάντων στο τέλος της παραστάσεως, στις ‘αποθεώσεις’. Το δε ατομικό τραγούδι με το οποίο προαγγέλλει την εμφάνισή του πάνω στη σκηνή το κάθε πρόσωπο κάποιας σημασίας, Βελή Γκέκας, Χατζηαβάτης, Νιόνιος, Μπάρμπα-Γιώργος, Τουρκοπούλα, κ.λπ., παραχωρεί τη θέση του σε φωνητικούς χορούς.   Ο Καραγκιόζης είναι ο γνήσιος θεατρικός εκπρόσωπος της λαϊκής ψυχής, των λαϊκών τάσεων και διαθέσεων, των λαϊκών πόθων κι’ επιθυμιών. Με πολλή κομψότητα, με πολλή διακριτικότητα, αλλά και με αρκετή, ενίοτε, δύναμη. Μ’ αυτή τη συνήθεια που έχουμε του ‘ποιος είσαι συ και ποιος είμαι γω’, εδώ όπου ο καθείς έχει μια τόσο βαθειά, και πόσο εύθικτη, συνείδηση της ‘ανθρωπίνης του αξιοπρεπείας’, κι’ όπου στο ίδιο μέρος είναι πολύ φυσικό να εμφανισθούν, ταυτόχρονα, πλάι πλάι, ένας δισεκατομμυριούχος εφοπλιστής ή μεγαλοβιομήχανος και διακόσιοι τόσοι φουκαράδες, τα επεισόδια του Καραγκιόζη διατραγωδούν τα μαρτύρια του κοσμάκη και τις βασανισμένες του προσπάθειες ‘ναν τα βγάλη πέρα’, ‘ναν τα ξεκεφαλώση’.   Ας μη μας γελούν οι μορφές του πασσά, των θυγατέρων του (οι βεζυροπούλες), οι αυλικοί του (αυλοκόλακες) και οι λοιποί που τον ακολουθούν. Δεν είναι κανένα κατάλοιπο, όπως είναι φυσικό να το φανταστή κανείς, της ‘προελεύσεως’ του Καραγκιόζη. Απλούστατα συγκαλύπτουν τη μορφή του ‘κακού πλουσίου’ του Ευαγγελίου, του σκληρού, του άκαρδου, του φιλάργυρου, του ακαταλόγιστου, που βασανίζει τους αδυνάτους που είχαν την ατυχία να πέσουν στα νύχια του, ενώ πιστεύει, και το διαλαλεί μεγαλόφωνα, πως είναι δίκαιος και αλάνθαστος, αγαθός και πονόψυχος!   […] Ο ελληνικός Καραγκιόζης είναι βαθύτατα πατριώτης, γνώστης των αρετών και των παραδόσεων της Φυλής. […] σαν κάθε λαϊκή τέχνη, εξελίσσεται σύμφωνα με τη δύναμη του εκάστοτε τεχνίτου που τον δουλεύει. […] Στις τόσο δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει πάντα κάθε πνευματική επιδίωξη, τιμή ιδιαίτερη αρμόζει στους ελαχίστους σήμερα Καραγκιοζοπαίχτες, που διατηρούν ανιδιοτελώς, ηρωϊκά, πεισματάρικα, την παράδοση του ελληνικού θεάτρου σκιών.   […] Θα είμουν αχάριστος, τελειώνοντας, εγώ που, σαν κάθε Έλληνας, του χρωστώ άπειρες ώρες ξεγνοιασιάς και γέλιου, και όχι μόνο στα παιδικά μου χρόνια, ναν τον αποχωριστώ, τον Καραγκιόζη, χωρίς να του ευχηθώ πάρα πολλά ακόμη και δοξασμένα χρόνια. Θαν το ξεχνούσα: σχετικά με την ελληνικότητα του ίδιου του ήρωα Καραγκιόζη. Είναι τόσο στενά συνυφασμένος με τον ελληνισμό και το ελληνικό θέατρο, που κι’ ηθοποιοί περιωπής, όπως παλιότερα ο Κοκκίνης και, πιο κοντά μας, ο καλός Λογοθετίδης, δεν απαξίωσαν να τον μιμηθούν σε πολλά στο παίξιμο τους, πάνω στη σκηνή».  

 [Σύμφωνα με τον εκδότη, το άρθρο αυτό του Νίκου Εγγονόπουλου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Λωτός’, αρ. 6, τον Δεκέμβριο του 1969]   Συντάκτης: Γιώργος Κων.

____________________
*από το: http://www.antibaro.gr/article/2443, Ἀντίβαρο

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Η σχέση των Τσακώνων με τον Πειραιά

Του Κωνσταντίνου Τροχάνη.


Οι Πειραιώτες γνωρίζουν τους Τσάκωνες, διότι γνωρίζουν και αναγνωρίζουν τη μεγάλη συμβολή τους στην εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη του Πειραιά, της οποίας μάλιστα ήταν  πρωτοπόροι.
Από τα μέσα του 19ου  αιώνα αντελήφθησαν την οικονομική και εμπορική αξία του και άρχισαν να συρρέουν στο μικρό τότε Πειραιά ως έμποροι, ενώ η Σύρος ήταν ακόμα το πρώτο λιμάνι του μικρού τότε Νεοελληνικού Κράτους. Από το 1865 έως το 1886 μεταφέρουν τον πλούτο τους, που είχαν αποκτήσει  στην Πόλη και στα παράλια της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Ρωσίας, ιδίως στον Πειραιά,  όπου ίδρυσαν εμπορικές και τις πρώτες βιομηχανικές επιχειρήσεις τους.
Κατά την πρώτη αυτή περίοδο οι Τσάκωνες, Σταματόπουλος, Πολίτης, Λεκκός, Οικονόμου, Γεωργίτσης, Δερνίκος, Νικολέσης, Λιγνός, Καψαμπέλης και πολλοί άλλοι συμμετείχαν δυναμικά στην εμπορική, βιομηχανική και επιστημονική δραστηριότητα του Πειραιά.  Στη συνέχεια, οι βιομηχανίες ποτοποιίας των αδελφών Μπαρμπαρέσου, των Ζαρόκωστα, Κυριακού, Λυσικάτου, Καλογιάννη, η Κλωστοϋφαντουργία Μανούσου (Σ.Κ.Υ.Π.), οι εμπορικές επιχειρήσεις Πουρή, Διαμαντή, Σαπουνάκη, Δρίτσα, τα ξενοδοχεία του Στόη  "Πετρούπολις" και Δανεσή "Η Κύπρος", τα εστιατόρια "Τσακωνιά" του Μ. Δερνίκου και Χείλαρη, το εστιατόριο Διατσίντου τα καφενεία του Μ. Σωτήρου Σπ. Κυριακού, και Κ. Καπερώνη, το ανθοπωλείο Κεχαγιά, το κατάστημα αφών Πέτρου, τα φαρμακεία Δούνια και Τάκη Δρίτσα, τα εμπορικά Δανεσή, Γ. Κουνιά, Ι. Φασιλή και αφών  Χείλαρη ανέπτυξαν τις δραστηριότητές τους και επέτυχαν στον τομέα τους.
Παράλληλα η καπνοβιομηχανία "Κεράνης", η ταπητουργία Αφών Φασιλή, το εμπορικό Σαπουνάκη, και το εμπόριο καφέδων "Δρίτσας- Ριζόπουλος" ΔΡΙΖΟ ήταν σπουδαίες εμπορικές μονάδες στον Πειραιά. Πολλά από τα εμπορικά κτίρια του εμπορικού κέντρου της πόλεως, στη Μακράς Στοάς  και των παρόδων της είναι ιδιοκτησίας Τσακώνων.
Αλλά και εις την πολιτική ζωή του Πειραιώς αναμίχθηκαν οι Τσάκωνες δώσαντες Βουλευτή τον εκ των πρώτων φίλων του Βενιζέλου, δικηγόρο Γ. Πολίτη, πατέρα του πρεσβευτή  Ι. Πολίτου.
Ως απόδειξη της εκτιμήσεως της Πειραϊκής κοινωνίας έρχεται η εκλογή τριών Τσακώνων ως Δημάρχων Πειραιώς, του Κυριάκου Λυγινού, του Σωτηρίου Στρατήγη και του Δημητρίου Σαπουνάκη, αλλά και δύο Προέδρων του Δημοτικού Συμβουλίου Τσακώνων εξ αγχιστείας ή Τσακωνογαμβρών τους  Άγγελο Παπατέστα και Ιωάννη Ζερβό.
Στον Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου υπάρχει ιερά εικόνα της Παναγίας Ελώνης προς τιμή της οποίας ετησίως διεξάγεται λειτουργία την 21η Νοεμβρίου ενώ παράλληλα στις στήλες ευεργετών και δωρητών των κεντρικών εκκλησιών του Πειραιά έχουν χαραχθεί  πολλά ονόματα Τσακώνων. 
Οι περιουσίες από τρία κληροδοτήματα του Δήμου μας, Μαρίας ΜΩΤΤΗ, Αννας ΜΩΡΑΪΤΟΥ, Αικατερίνης ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ  ευρίσκονται στον Πειραιά.
Από το 1890 λειτουργεί στον Πειραιά ο Σύλλογος "Το Λεωνίδιον" με πλούσια δράση και πολλά κοινωφελή έργα στο Λεωνίδιο, την Πραγματευτή, τα Πέρα Μέλανα και τον Τυρό.  

_______________________

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Προικοσύμφωνο της Σύρου από το 1671

Από τα αρχεία της Νομαρχίας Κυκλάδων το ακόλουθον προικοσύμφωνον.

Εν έτι 1671 μηνί Ιανουαρίω ημέρα δεκάτη εν Σύρω.

εν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Κοκκίνης προστάτιδος της νήσου Σύρου Προκοσύμφωνον της πρώτης μας κόρης και της θυγατρός του Κωστάκη και της Σμαράγδας και της μακαρίτισσας της γυναικός μου Πιπινίτσας ήτις θα πάρη νόμιμον σύζυγον τον Ντεμογιαννάκη του Κωνσταντάκη της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας.
Και εγώ και η μακαρίτισσα η γυναίκα μου Πιπινίτσα δίδομεν την συγκατάθεσίν μας εις το να πάρη η κόρη μας Κατή, νόμιμον σύζυγον και να τον έχη να τον νέμεται μέρα νύκτα, τον Ντεμογιαννάκη Μανωλάκην του Κωνσταντάκη και της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας.
Εν πρώτοις δίδομεν από τα φύλλα της καρδιάς μας την ευχήν να τρισευτυχήσουν και να πολυχρονίσουν.
Δεύτερον δε τέσσαρα εικονίσματα το πρώτον ευς ξύλον δυνατόν και χονδρόν δύο δάκτυλα και τα άλλας εις αχιβάδα.
Τρία υποκάμισα τα δύο μικρά και το ένα μεγάλο, δύο μικρά αποκατινά (εσώβρακα) παστρικά, ατρύπητα και ολόγερα.
Δύο μισοφόρια ολόγερα και μπουγαδιασμένα.
Ενάμισυ ζευγάρι κάλτσες εως ότου να γίνη ο γάμος έχη καιρόν να πλέξη και την άλλη για να γίνουν δύο ζευγάρια.
Ενα φουστάνι από τσίτι ριγωτό, άλλο ένα από σακονέτα της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου.
Ενα μανδύλι του λαγιού και δύο μανδοσαλάμια
Μια φασκιά για τα καλορίζικα
Δύο ζεύγη παπούτσια το ένα μπαλωμένο
Σαράντα πήχες βρακοζώνα και μετά τον θάνατο του παπού μας άλλη τόση.
Του γαμβρού μια σκούφια να την φορή βραδιά παρά βραδιά δια να μη του τρυπήση γρήγορα.
Δύο τσουκάλια κάστρινα της καραίτισσας της γιαγιάς μου
Δύο φλιτζάνια του καφέ χωματίνια.
Το αμελέτητο με δύο χέρια νεροπαστρικό και άπιαστο
Τρεις βελόνες της κάλτσας.
Ένα ζάρφι χωματένιο
Ενα στρώμα μπαλωμένο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου από φύλλα καλαμόφυλλα.
Ενα λύχνο χωματένιο και άλλον έναν από ντενεκέ
Ενα κλειδί
Μια ψυράγγα (χωράφι) ίθα με μιά παλέστρα του γαϊδάρου
Τρία ρεάλια, πέντε παράδες και επτά άσπρα.
Κοντά με όλα αυτά που τους κάμαμεν τους νοικοκυραίους της Σύρου την μίαν κάμαραν του σπιτικού που καθούμαστε και άμα πεθάνω εγώ και ο παππούς της Κατής όλο το σπίτι.
Ακόμη δε και αυτά 2 κόττες ένα πετεινό, είκοσι αυγά, ένα κόσκινο, μία μπιρμπιτσέλια σπητίσια μακαρόνια, και αν προφθάσουμεν θα κάνουμε άλλα τόσα.
Δέκα οκάδες ελιές και πέντε οκάδες χαμάδα, 2 βάζα κάπαρι, δύο ντουζίνες χήνους, σαράντα κοπόνια κρομμύδια όλα αυτά να τα κάμουν θάλασσα να τρών και να πίνουν όλο το οκταήμερο γαμβρός και νύμφη και όλο το συμπεθεριό και οι ποιό κοντά γειτόνοι.

Εις τον γαμβρόν, την Κατή με τα ούλα της.

Ο πενθερός
Κωνσταντάκης της Σμαράγδας
Εν Σύρω τη 10 Ιανουαρίου 16711


=============================================
Arcadians


Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ο Καραγκιόζης και το επίδομα πολύτεκνου


  ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ  

 Καραγκιόζης: Αγλαΐα φεύγω, γεια σου, πάω γρήγορα να πάρω του κουτσουβελό-επίδομα πριν ν’ αδειάσει το ταμείο.
Γραφείο επιδομάτων – Υπάλληλος: Καλημέρα, παιδί μου, τι θες απ’ την υπηρεσία μας;
Καραγκ.: Κοίτα ρε που με πέρασε για μικρό επειδή είμαι κοντός. Ήθελα το επίδομα πολύτεκνου, είμαι ο Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος.  
Υπαλλ.: Όταν λες, κουτσούβελα, τι εννοείς, μήπως τα κολλητήρια;
Καραγκ.: Βέβαια, αυτά.
Υπαλλ.: Και πόσα είναι αυτά;
Καραγκ.: Αυτά είναι πολλά γι’ αυτό ζητάω πολλά.
Υπαλλ.: Τότε, μέτρησέ τα πρώτα, γράψε τα ονόματά τους, φερ’ τα από ’δώ και μετά να θα δούμε γιατί αν είναι παχιά δεν δικαιούνται επίδομα. Εδώ σας γράφω λεπτομέρειες και θέλουμε και φωτογραφία μαζί με ’σενα και τη μάνα τους.
Καραγκ.: Μωρέ τι έπαθα, που θα βρω λεφτά για φωτογραφία και να βάλω μέσα και τα παιδιά του γείτονα. Τι λέει πάλι ετούτος, τι να κάνω όμως, θα πάρω το λυχνάρι και θα πάω. Τώρα πρέπει να βρω τον Μορφονιό να διαβάσει καλά τι λέει το χαρτί, τι παίρνει το κάθε παιδί.  
Μορφονιός: Καραγκιόζη, τι έπαθες πάλι; Έστειλες και με φώναξες επειγόντως, πήρα άδεια απ’ τη μαμά μου για να ’ρθω γιατί έτρωγα το αβγό μου και το άφησα στη μέση. Ουίτ.
Καραγκ.: Δεν πειράζει θα σου πάρω εγώ δέκα αβγά αν μου διαβάσεις τι λέει το χαρτί για το επίδομα των παιδιών.
Μορφ.: Ουίτ, να το διαβάσω, λοιπόν, λέει, το μικρότερο παιδί παίρνει δύο σοκολάτες, μετά το πιο μεγάλο δύο κουλούρια και το πιο μεγαλύτερο ένα παγωτό χωνάκι.
Καραγκ.: Ρε, Μορφονιέ, κοίτα καλά, μήπως κάνεις λάθος, για συνέχισε να δούμε.
Μορφ.: Τα παιδιά του γείτονα παίρνουν μία σοκολάτα, μόνο το καθένα κάθε εβδομάδα, την Κυριακή, που το γραφείο επιδομάτων είναι κλειστό.
Καραγκ.: Κοίτα ρε πράγματα, αν είναι έτσι θα ντύσω τον Μορφονιό, κορίτσι είναι και κοντούλης να βγάλω κάτι ακόμα.
Μορφ.: Ουίτ, έχω μύτη, εγώ το μυρίσθηκα και αν δεν με θες άλλο να φύγω, να τελειώσω το αβγό μου και να πάω πάλι στη μαμά σου.
Καραγκ.: Πήγαινε πριν σε πάω εγώ αγνώριστο, μας φώτισες και ’σύ. Άκου λέει, δηλαδή, για να πάρεις καλό επίδομα πρέπει να ’χεις ένα τάγμα παιδιά. Αγλαΐα, έλα εδώ, βοήθα και ’σύ γιατί έχουμε πολύ δουλειά από σήμερα. Αχ, πως ήθελα να έχω ένα και δυο και τρία και δέκα επιδόματα.
Ανακοίνωση Γραφείο Επιδομάτων: Το επίδομα ανήκει βέβαια στα παιδιά αλλά τα παιδιά θέλουν παιχνίδια μόνο, τι άλλο να θέλουν;
Καραγκ.: Ναι, αλλά εγώ και οι δύο γείτονες πολύτεκνοι, είμαστε μια οικογένεια. Δώσετε σε μένα τα παιχνίδια, θα τα πουλήσω εγώ και θα δώσω τα λεφτά στους γείτονες, σε δύο χρόνια, γιατί να κουρασθούν να ’ρθουν εδώ. Αυτό είναι που λένε σου ζητάνε την μάνα τους και τον πατέρα τους για ένα επίδομα και τα κουτσούβελα τη βγάζουν με σοκολάτες. Ε, τι, να κάνουμε, θα βουλευτούμε και φέτος. Όποιος θέλει γελάει και η αφεντομουτσουνάρα μου σας αποχαιρετάει. 
Γεια σας, γεια σας.     

Ο Μπάρμπα-Νίκος
Λεοντάρι Μεγαλόπολης

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Καθαρά Δευτέρα: Τα ήθη και τα έθιμα σε όλη την Ελλάδα!




​Τα Κούλουμα μπορεί να έχουν ρίζες στην Αθήνα, ωστόσο οι εορτασμοί γίνονται σε όλη την Ελλάδα.

Στα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά έχει ήδη ξεκινήσει το νηστίσιμο… φαγοπότι της Δευτέρας, από το οποίο δεν λείπουν φυσικά οι λαγάνες, ο ταραμάς, ο χαλβάς και τα καλαμαράκια. Και επειδή, ως γνήσιοι Έλληνες, δεν χάνουμε ποτέ την αισιοδοξία μας, έχουμε ήδη προμηθευτεί το χαρταετό που θα πετάξουμε, ενώ σε πολλές περιοχές της χώρας πραγματοποιούνται διάφορες εκδηλώσεις.


Για την ιστορία ετυμολογικά η λέξη ...

Ετυμολογικά για την λέξη «Κούλουμα» υπάρχουν πολλές εκδοχές ως προς την προέλευση και τη ερμηνεία. Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, Νικόλαος Πολίτης, υποστηρίζει ότι η λέξη προέρχεται από το λατινικό «cuuiulus», που σημαίνει αφθονία, αλλά και τέλος. Τα κούλουμα εκφράζουν, δηλαδή, τον επίλογο της Αποκριάς και παράλληλα την έναρξη της περιόδου της Σαρακοστής (σαράντα ημέρες για το Πάσχα).

Μια άλλη εξίσου πιθανή θεωρία θέλει τα κούλουμα να προέρχονται από την, επίσης λατινική, λέξη «columna» –που σημαίνει κίονας, κολώνα– κι αυτό γιατί οι Αθηναίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν την Καθαρή Δευτέρα στις «κολώνες», δηλαδή στις Στήλες του Ολυμπίου Διός, χωρίς φυσικά να ξεχνούν να πάρουν μαζί τους το χάρτινο σύνεργο του υπαίθριου παιχνιδιού, που τελικά επικράτησε ως έθιμο.
Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι από τον χριστιανικό λαό και σημαίνει πνευματική και σωματική “κάθαρση”. Επίσης, μια άλλη εκδοχή είναι πως ονομάστηκε έτσι επειδή οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σκεύη τους όλη μέρα από το φαγοπότι της αποκριάς.

Έθιμα της Καθαρής Δευτέρας σε όλη την Ελλάδα

Βόνιτσα: το έθιμο του «Αχυρένιου Γρηγοράκη»
Ο Γρηγοράκης λέγεται ότι ήταν ψαράς και απαρνήθηκε τη θάλασσα ψάχνοντας τη μοίρα του στη στεριά. Οι σημερινοί ψαράδες της Βόνιτσας καταδικάζουν αυτήν του την πράξη και κάθε τέτοια μέρα τον τιμωρούν. Φτιάχνοντας λοιπόν έναν αχυρένιο ψαρά, τον δένουν σ’ ένα γάιδαρο και τον γυρνούν σε όλο το χωριό. Όσο περνά η μέρα στήνουν μεγάλο γλέντι με τραγούδι και χορό και στη συνέχεια ρίχνουν τον καημένο τον Γρηγοράκη σε μια βάρκα που φλέγεται στ’ ανοιχτά.

Ο «Βλάχικος Γάμος» της Θήβας
Το έθιμο αυτό χρονολογείται από το 1830 και έχει να κάνει με τα προξενιά που γίνονταν τότε. Σήμερα πραγματοποιείται παραδοσιακά με το ξύρισμα του γαμπρού και το στόλισμα της νύφης η οποία στην πραγματικότητα είναι άνδρας! Παράλληλα όλοι οι παρευρισκόμενοι γιορτάζουν τα Κούλουμα με σατιρικά τραγούδια και πολύ χορό.

Το έθιμο του «Αγά» στα Μεστά της Χίου
Το έθιμο του Αγά έχει ρίζες από την Τουρκοκρατία και μέχρι σήμερα είναι το ίδιο διασκεδαστικό την ημέρα της Καθαρής Δευτέρας. Ο Αγάς εισβάλει στο χωριό με τη συνοδεία του και παίρνει θέση στην κεντρική πλατεία. Εκεί μαζεύεται ο κόσμος όπου “δικάζεται” για διάφορα παραπτώματα που του καταλογίζονται και πληρώνει το ανάλογο πρόστιμο! Από αυτή τη διαδικασία δε γλιτώνει κανείς από τους παρευρισκόμενους. Τα χρήματα που μαζεύονται από τα υποτιθέμενα πρόστιμα καταλήγουν στο ταμείο του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού. Ένα πρωτότυπο έθιμο με πολύ χιούμορ και κοινωφελές έργο παράλληλα.

Τα Κούλουμα στη Βόρεια Ελλάδα
Ξάνθη
Στη Σταυρούπολη της Ξάνθης, θα τελεστεί και φέτος, στις 12 το μεσημέρι, το έθιμο της καμήλας, στην κεντρική πλατεία του οικισμού. Κατά την τέλεση του δρώμενου, συμμετέχουν οι κάτοικοι, μαζί με τους επισκέπτες, μεταμφιεσμένοι κάνοντας διάφορους ήχους και μουτζουρώνοντας ο ένας τον άλλο, σε μια παρέλαση χρωμάτων και χαράς, με οδηγό ένα ομοίωμα καμήλας κι έναν ενήλικο να παριστάνει τον καμηλιέρη Άραβα. Στο τέλος της πομπής μοιράζονται στους παρευρισκόμενους δωρεάν νηστίσιμα εδέσματα και άφθονο κρασί. Από τις 9 το πρωί, στα δημοτικά διαμερίσματα Γαλάνης, Ολβίου, Αβάτου, Ερασμίου και Μαγγάνων, του δήμου Τοπείρου Ξάνθης, μετά την παρέλαση των καρναβαλιστών, θα προσφερθεί η παραδοσιακή φασολάδα, μαγειρεμένη σε τεράστια καζάνια από τις γυναίκες των οικισμών και χειροποίητη λαγάνα σε παραδοσιακούς, υπαίθριους φούρνους.

Μία ώρα αργότερα, στην κεντρική πλατεία Λεύκης Ξάνθης θα στηθεί ένα παραδοσιακό γλέντι με νόστιμη φασολάδα, ρεβιθάδα και άλλα εκλεκτά νηστίσιμα εδέσματα. Στα ‘Αβδηρα της Ξάνθης θα ζωντανέψουν, στις 11:30 το πρωί, παραδοσιακά έθιμα- “γάμοι”, “μουντζούρηδες “- ενώ θα παρουσιαστούν σατιρικά θέματα. Μετά το τέλος της παρέλασης, το κοινό θα μπορεί να απολαύσει νηστίσιμα εδέσματα, που θα προσφέρονται στα στέκια των Θρακιωτών, Ποντίων, Σαρακατσάνων και Μικρασιατών, με ανάλογη μουσική.

Δράμα

Στις 3 το μεσημέρι, στο δημοτικό διαμέρισμα Χωριστής του δήμου Καλαμπακίου Δράμας, διοργανώνεται μεγάλη καρναβαλική παρέλαση. Το σύνθημα της φετινής παρέλασης είναι: “Να μην λείπει κανείς (εκτός από την κρίση)”.

Νάουσα
Στην πόλη της Νάουσας και την Καθαρά Δευτέρα θα κυκλοφορούν ελεύθερα τα μπουλούκια χωρίς το προσωπείο, παρασύροντας τους επισκέπτες σε ένα ξέφρενο γλέντι. Ωστόσο, σε γύρω περιοχές του δήμου Νάουσας (περιοχή “Ρουντίνα”, Ανθέμια, περιοχή “Ροδινα” Αγγελοχωρίου, πλατεία Καρατάσου και Γιαννακοχώρι) θα στηθούν από τις 10 το πρωί ένα σωρό εκδηλώσεις όπου κάτοικοι και επισκέπτες θα μπορούν να πετάξουν χαρταετούς και να απολαύσουν τα τοπικά εδέσματα.

Κοζάνη
Στην Κοζάνη, ο δήμος θα προσφέρει νηστίσιμα εδέσματα και χαρταετούς στο πάρκο Αγ.Δημητρίου από τις 3 το μεσημέρι, ενώ στα Γρεβενά στις 11 το πρωί θα γιορτάσουν οι κάτοικοι και οι επισκέπτες τα κούλουμα στην πλατεία Ελευθερίας με χάλκινους ήχους.

Θεσσαλονίκη
Στην κεντρική πλατεία του Σοχού, στο νομό Θεσσαλονίκης, από το πρωί της Καθαρά Δευτέρας θα ξεκινήσουν οι εκδηλώσεις. Την αρχή θα κάνουν τα μουσικοχορευτικά συγκροτήματα, ενώ στις 2 το μεσημέρι θα εμφανιστούν οι “Κουδουνοφόροι” για να ξεσηκώσουν τους επισκέπτες.

Πιερία
Στη Λεπτοκαρυά του νομού Πιερίας, από τις 10:30 το πρωί, θα πραγματοποιηθούν εκδηλώσεις για τα Κούλουμα, ενώ στις 3 το μεσημέρι θα γίνει η παρέλαση των καρναβαλιστών. Σαρακοστιανά εδέσματα θα μοιραστούν, επίσης, στον Πλαταμώνα, το Λιτόχωρο, τη Σκοτίνα, τον Παντελεήμονα και τους Πόρους του νομού Πιερίας, ενώ για τις 6 το απόγευμα, στην πλατεία του Δίου, έχει προγραμματιστεί διαγωνισμός αερόστατου.

Πέλλα
Στην πόλη της Σκύδρας, στην Πέλλα, από τις 10:30 το πρωί στην πλατεία Δημοκρατίας, ο δήμος θα μοιράσει φασολάδα, λαγάνα, άφθονο κρασί στους επισκέπτες, οι οποίοι θα χορέψουν με μουσική από τα τοπικά συγκροτήματα.

Θάσος
Στην Παναγιά Θάσου διοργανώνονται λαογραφικές και διονυσιακές εκδηλώσεις. Οι κάτοικοι τιμούν τον αρχαίο θεό Διόνυσο, με ποικίλες εκδηλώσεις, παρέλαση αρμάτων, παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια

Άλλες πληροφορίες
Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί "καθαρίζονταν" πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς. Η νηστεία διαρκεί για 40 μέρες, όσες ήταν και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο.
Την Καθαρά Δευτέρα συνηθίζεται να τρώγεται λαγάνα (άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα),ταραμάς και άλλα νηστίσιμα φαγώσιμα, κυρίως λαχανικά, όπως και φασολάδα χωρίς λάδι. Επίσης συνηθίζεται το πέταγμα χαρταετού.
Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή της Ανάστασης του Χριστού, το χριστιανικό Πάσχα.
Από παλιά η Καθαρή Δευτέρα, πέρασε στην συνείδηση του λαού, σαν μέρα καθαρμού. Οι βυζαντινοί, την Καθαρή Δευτέρα την ονόμαζαν Απόθεση -Απόδοση, και τελούσαν δρώμενα. Τραγουδούσαν σχετικά άσματα, από τα οποία έχουν σωθεί μικρά μέρη μέχρι στις μέρες μας. «Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει, φέρον υγείαν και χαρά και την ευημερίαν».
Το πέταγμα του χαρταετού, είναι ένα έθιμο μεταγενέστερο. Κούλουμα ονομάζεται η καθαροδευτεριάτικη έξοδος στην εξοχή και το πέταγμα του αετού. Οι χριστιανοί, παρέες παρέες βγαίνουν στην εξοχή, παίρνοντας μαζί τους νηστίσιμα φαγητά, και το ρίχνουν στην διασκέδαση και τον χορό. Τα κούλουμα από τόπο σε τόπο γιορτάζονται διαφορετικά, με διάφορες εκδηλώσεις. Παντού όμως επικρατεί κέφι, χορός και τραγούδι.
Για την ετυμολογία της λέξης κούλουμα υπάρχουν πολλές εκδοχές. Κατά τον Νικόλαο Πολίτη, πατέρα της ελληνικής λαογραφίας, η λέξη προέρχεται από το λατινικό Cumulus (κούμουλους) που σημαίνει σωρός, αφθονία αλλά και το τέλος. Εκφράζει δηλαδή το τέλος, τον επίλογο της Απόκριας. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή προέρχεται από μια άλλη λατινική λέξη, την λέξη «κόλουμνα» δηλαδή «κολώνα». Κι αυτό επειδή το πρώτο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας στην Αθήνα, έγινε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
Διαβάστε περισσότερα http://ektiesthisi.blogspot.com/2013/03/blog-post_18.html#ixzz2NvDNBwKp

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Αλ. Παπαδιαμάντης: Το Xριστόψωμο



Μεταξύ των πολλών δημωδών τύπων, τους οποίους θα έχωσι να εκμεταλλευθώσιν οι μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπή κατέχει θέσιν η κακή πενθερά, ως και η κακή μητρυιά. Περί μητρυιάς άλλωστε θα αποπειραθώ να διαλάβω τινά, προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών μου.  Περί μιας κακής πενθεράς σήμερον ο λόγος.
Εις τι έπταιεν η ατυχής νέα Διαλεχτή, ούτως ωνομάζετο, θυγάτηρ του Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εις μίαν των νήσων του Αιγαίου.  Εις τι έπταιεν αν ήτο στείρα και άτεκνος;
Είχε νυμφευθή προ επταετίας, έκτοτε δις μετέβη εις τα λουτρά της Αιδηψού, πεντάκις τής έδωκαν να πίη διάφορα τελεσιουργά βότανα, εις μάτην, η γη έμενεν  άγονος. Δύο ή τρεις γύφτισσαι τής έδωκαν να φορέση περίαπτα θαυματουργά περί τας μασχάλας, ειπούσαι αυτή, ότι τούτο ήτο το μόνον μέσον, όπως γεννήση, και μάλιστα υιόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τη εδώρησεν ηγιασμένον κομβολόγιον, ειπών αυτή να το βαπτίζη και να πίνη το ύδωρ. Τα πάντα μάταια. Επί τέλους με την απελπισίαν ήλθε και η ανάπαυσις της συνειδήσεως, και δεν ενόμιζεν εαυτήν ένοχον. Το αυτό όμως δεν εφρόνει και η γραία Καντάκαινα, η πενθερά της, ήτις επέρριπτεν εις την νύμφην αυτής το σφάλμα της μη αποκτήσεως εγγόνου διά το γήρας της. 
Είναι αληθές, ότι ο σύζυγος της Διαλεχτής ήτο το μόνον τέκνον της γραίας ταύτης, και ούτος δε συνεμερίζετο την πρόληψιν της μητρός του εναντίον της συμβίας αυτού. Αν δεν τω εγέννα η σύζυγός του, η γενεά εχάνετο. Περίεργον, δε, ότι πας Ελλην της εποχής μας ιερώτατον θεωρεί χρέος και υπερτάτην ανάγκην την διαιώνισιν του γένους του.
Εκάστοτε, οσάκις ο υιός της επέστρεφεν εκ του ταξιδίου του, διότι είχε βρατσέραν, και ήτο τολμηρότατος εις την ακτοπλοΐαν, η γραία Καντάκαινα ήρχετο εις προϋπάντησιν αυτού, τον ωδήγει εις τον οικίσκον της, τον εδιάβαζε, τον εκατήχει, του έβαζε μαναφούκια, και ούτω τον προέπεμπε παρά τη γυναικί αυτού. Και δεν έλεγε τα ελαττώματά της, αλλά τα αυγάτιζε, δεν ήτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα η νύμφη της, τούτο δεν ήρκει, αλλ' ήτο άπαστρη, απασσάλωτη,  ξετσίπωτη κλπ. Όλα τα είχεν, «η ποίσα, η δείξα, η άκληρη». Ο καπετάν Καντάκης, φλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τα ήκουεν όλα αυτά, η φαντασία του εφούσκωνεν, εξερχόμενος είτα συνήντα τους συναδέλφους του ναυτικούς, ήρχιζαν τα καλώς ώρισες, καλώς σας ηύρα, έπινεν επτά ή οκτώ ρώμια, και με τριπλήν σκοτοδίνην, την εκ της θαλάσσης, την εκ της γυναικείας διαβολής και την εκ των ποτών, εισήρχετο οίκαδε και βάρβαροι σκηναί συνέβαινον τότε μεταξύ αυτού και της συζύγου του.
Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους 186... Ο καπετάν Καντάκης προ πέντε ημερών είχε πλεύσει με την βρατσέραν του εις την απέναντι νήσον με φορτίον αμνών και ερίφων, και ήλπιζεν, ότι θα εώρταζε τα Χριστούγεννα εις την οικίαν του. Αλλά τον λογαριασμόν τον έκαμνεν άνευ του ξενοδόχου, δηλ. άνευ του Βορρά, όστις εφύσησεν αιφνιδίως άγριος και έκλεισαν όλα τα πλοία εις τους όρμους, όπου ευρέθησαν.
Είπομεν όμως, ότι ο καπετάν Καντάκης ήτο τολμηρός περί την ακτοπλοΐαν. Περί την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος εμετριάσθη ολίγον, αλλ' ουχ ήττον εξηκολούθει να πνέη. Το μεσονύκτιον πάλιν εδυνάμωσε.  Τινές ναυτικοί εν τη αγορά εστοιχημάτιζον, ότι, αφού κατέπεσεν ο Βορράς, ο καπετάν Καντάκης θα έφθανε περί το μεσονύκτιον. Η σύζυγός του όμως δεν ήτο εκεί να τους ακούση και δεν τον επερίμενεν. Αύτη εδέχθη μόνο περί την εσπέραν την επίσκεψιν της πενθεράς της, ασυνήθως φιλόφρονος και μηδιώσης, ήτις τη ευχήθη το απαραίτητον «καλό δέξιμο», και διά χιλιοστήν φορά το στερεότυπον «μ' έναν καλό γυιό».
Και ου μόνον, τούτο, αλλά τη προσέφερε και εν χριστόψωμο. 
- Το ζύμωσα μοναχή μου, είπεν η θειά Καντάκαινα, με γεια να το φας.
- Θα το φυλάξω ως τα Φώτα, διά ν' αγιασθή, παρετήρησεν η νύμφη.
- Οχι, όχι, είπε μετ' αλλοκότου σπουδής η γραία, το δικό της φυλάει η κάθε
μια νοικοκυρά διά τα Φώτα, το πεσκέσι τρώγεται.
- Καλά, απήντησεν ηρέμα η Διαλεχτή, του λόγου σου ξέρεις καλλίτερα.
Η Διαλεχτή ήτο αγαθωτάτης ψυχής νέα, ουδέποτε ηδύνατο να φαντασθή ή να υποπτεύση κακό τι. «Πώς τώπαθε η πεθερά μου και μου έφερε χριστόψωμο», είπε μόνον καθ' εαυτήν, και αφού απήλθεν η γραία εκλείσθη εις την οικίαν της και εκοιμήθη μετά τινος δεκαετούς παιδίσκης γειτονοπούλας, ήτις τη έκανε συντροφίαν, οσάκις έλειπεν ο σύζυγός της. Η Διαλεχτή εκοιμήθη πολύ ενωρίς, διότι σκοπόν είχε να υπάγη εις την εκκλησίαν περί το μεσονύκτιον.
Ο ναός δε του Αγίου Νικολάου μόλις απείχε πεντήκοντα βήματα από της οικίας της.  Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν. Η παρακοιμωμένη αυτή κόρη ήτο συμπεφωνημένον, ότι μόνον μέχρι ου σημάνη ο όρθρος θα έμενε μετ' αυτής, όθεν αφυπνίσασα αυτήν την ωδήγησε πλησίον των αδελφών της. Αι δύο οικίαι εχωρίζοντο διά τοίχου κοινού.
Η Διαλεχτή ανήλθεν εις τον γυναικωνίτην του ναού, αλλά μόλις παρήλθεν ημίσεια ώρα και γυνή τις πτωχή και χωλή δυστυχής, ήτις υπηρέτει ως νεωκόρος της εκκλησίας, ελθούσα τη λέγει εις το ους.
- Δόσε μου το κλειδί, ήλθε ο άντρας σου.
- Ο άντρας μου! ανεφώνησεν η Διαλεχτή έκπληκτος.
Και αντί να δώση το κλειδί έσπευσε να καταβή η ιδία.
Ελθούσα εις την κλίμακα της οικίας, βλέπει τον σύζυγόν της κατάβρεκτον, αποστάζοντα ύδωρ και αφρόν.
- Είναι μισοπνιγμένος, είπε μορμυρίζων ούτος, αλλά δεν είναι τίποτε. Αντί να το ρίξωμε έξω, τοκαθίσαμε στα ρηχά.
- Πέσατε έξω; ανέκραξεν η Διαλεχτή.
- Oχι, δεν είναι σου λέω τίποτε. Η βρατσέρα είναι σίγουρη, με δυο άγκουρες αραγμένη και καθισμένη.
- Θέλεις ν' ανάψω φωτιά;
- Αναψε και δόσε μου ν' αλλάξω.
Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
- Θέλεις κανένα ζεστό;
- Δεν μ' ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.
Η Διαλεχτή εξήγαγεν εκ του βαρελίου οίνον.
- Πώς δεν εφρόντισες να μαγειρεύσης τίποτε; είπε γογγύζων ο ναυτικός.
- Δεν σ' επερίμενα απόψε, απήντησε μετά ταπεινότητος η Διαλεχτή. Κρέας επήρα. Θέλεις να σου ψήσω πριζόλα;
- Βάλε, στα κάρβουνα, και πήγαινε συ στην εκκλησιά σου, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Θα έλθω κι εγώ σε λίγο.
Η Διαλεχτή έθεσε το κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εσχηματίσθη ήδη, και ητοιμάζετο να υπακούση εις την διαταγήν του συζύγου της, ήτις ήτο και ιδική της επιθυμία, διότι ήθελε να κοινωνήση.
Σημειωτέον ότι την φράσιν «πήγαινε συ στην εκκλησιά σου» έβαψεν ο Καντάκης διά στρυφνής χροιάς.
- Η μάννα μου δε θα τώμαθε βέβαια ότι ήλθα, παρετήρησεν αύθις ο Καντάκης.
- Εκείνη είναι στην ενορία της, απήντησεν η Διαλεχτή. Θέλεις να της παραγγείλω;
- Παράγγειλέ της να έλθη το πρωί.
Η Διαλεχτή εξήλθεν. Ο Καντάκης την ανεκάλεσεν αίφνης.
- Μα τώρα είναι τρόπος να πας εσύ στην εκκλησιά, και να με αφήσεις μόνον;
- Να μεταλάβω κι έρχομαι, απήντησεν η γυνή.
Ο Καντάκης δεν ετόλμησε ν' αντείπη τι, διότι η απάντησις θα ήτο βλασφημία. Ουχ ήττον όμως την βλασφημίαν ενδιαθέτως την επρόφερεν.
Η Διαλεχτή εφρόντισε να στείλη αγγελιοφόρον προς την πενθεράν της, ένα δωδεκαετή παίδα της αυτής εκείνης γειτονικής οικογενείας, ης η θυγάτηρ εκοιμήθη αφ' εσπέρας πλησίον της, και επέστρεψεν εις τον ναόν.
Ο Καντάκης, όστις επείνα τρομερά, ήρχισε να καταβροχθίζη την πριζόλαν. Καθήμενος οκλαδόν παρά την εστίαν, εβαρύνετο να σηκωθή και ν' ανοίξη το ερμάρι διά να λάβη άρτον, αλλ' αριστερόθεν αυτού υπεράνω της εστίας επί μικρού σανιδώματος ευρίσκετο το Χριστόψωμον εκείνο, το δώρον της μητρός του προς την νύμφην αυτής. Το έφθασε και το έφαγεν ολόκληρον σχεδόν μετά του οπτού κρέατος
Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ' εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς,  παρετήρησε την απουσίαν του Χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.
Ιατροί επιστήμονες δεν υπήρχον εν τη μικρά νήσω. ουδεμία νεκροψία ενεργήθη. Ενομίσθη, ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος συνεπεία του ναυαγίου. Μόνη η γραία Καντάκαινα ήξευρε το αίτιον του θανάτου.
Σημειωτέον, ότι η γραία, συναισθανθείσα και αυτή το έγκλημά της, δεν εμέμφθη την νύμφην της. Αλλά τουναντίον την υπερήσπισε κατά της κακολογίας άλλων. Εάν έζησε και άλλα κατόπιν Χριστούγεννα, η άστοργος πενθερά και ακουσία παιδοκτόνος, δε θα ήτο πολύ ευτυχής εις το γήρας της.


______________________________
http://gr.news.yahoo.com/

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Παραδοσιακοί χοροί από τη Βόρεια Ελλάδα παρουσιάστηκαν στην Τεγέα!



Παραδοσιακούς χορούς από τη Βόρεια Ελλάδα (Φλώρινα) αλλά και από άλλα μέρη χόρεψε το βράδυ του Σαββάτου, η χορευτική Ομάδα «Κανελόριζα» Αγ. Αθανασίου Πολυδρόσου του Δήμου Αμαρουσίου στο χώρο της έκθεσης στην Τεγέα.

* περισσότερα στο  ΣΤΟ...kalimera-akadia.gr