"Όποιος Ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" Ρήγας Φεραίος

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Επιμέλεια σελίδας: Πάνος Σ. Αϊβαλής, δημοσιογράφος, εφημερίδα "Αρκαδικό Βήμα"

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ
.........................Η σελίδα της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"..................................

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών είναι ένα από τα δεκατέσσερα Eρευνητικά Kέντρα της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία εντάχθηκε από την ίδρυσή της (1926). Ιδρύθηκε το 1918 από τον Νικόλαο Γ. Πολίτη ως Λαογραφικό Αρχείο, με αντικείμενο τη Λαογραφία δηλαδή «την περισυλλογήν πάσης της λαογραφικής ύλης και την δημοσίευσιν αυτής». Σήμερα αποτελεί το Eθνικό Kέντρο Tεκμηρίωσης του λαϊκού πολιτισμού με πλουσιότατο Αρχείο ανέκδοτου υλικού για όλες τις πτυχές του λαϊκού βίου και ειδική Βιβλιοθήκη.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

TZITZIKAΣ - Ο γλυκός προφήτης του καλοκαιριού

Συκοφαντήθηκε από το αισώπειο μυρμήγκι ως τεμπέλης . Κι όμως εργάζεται, ο καημένος, νυχθημερόν. Με την ανατολή του ήλιου αρχίζει τα τραγούδια του κι αν η ζέστη της καλοκαιρινής ημέρας είναι μεγάλη συνεχίζει να τραγουδά και μες στη νύχτα .
Αλήθεια , σκέφτεστε πώς θα ήταν το καλοκαίρι μας χωρίς τα τραγούδια του τζίτζικα ; Αρκεί μόνο να θυμηθείτε τη χαρά που νιώσατε όταν ακούσατε το πρώτο τζιτζίκι του καλοκαιριού και τη μελαγχολία που σας πλημμύρισε όταν σώπασαν τα τραγούδια του , σημάδι πως το καλοκαίρι τέλειωσε κι έρχεται ο χειμώνας .
Μαυριδερός , με κεφάλι μεγάλο , με πέντε μάτια (!!!) , δυο μεγάλα στο πλάι και τρία μικρά στο μέτωπο , κι από κάτω μια μυτερή προβοσκίδα για να ρουφά το χυμό των δέντρων . Απ’ το θώρακά του, που θυμίζει ιππότη του παλιού καιρού , ξεφυτρώνουν δυο ζευγάρια διάφανες φτερούγες και τρία ζευγάρια λιγνών , αγκαθωτών ποδιών . Παραπίσω η αρθρωτή κοιλιά του χοροπηδά ακούραστη σε κάθε τερέτισμα .
Τραγουδιστής είναι μόνο το αρσενικό . Σκοπός του να προσελκύσει το «έτερον ήμισυ» . Δυο τύμπανα που έχει στην κοιλιά του δραστηριοποιούνται με τον αέρα που αναπνέει το έντομο και πάλλονται , παράγοντας αυτό το τόσο γνώριμο μονότονο τερέτισμά του . Αφού το άλαλο θηλυκό ανταποκριθεί στο κάλεσμα και ζευγαρώσουν , ύστερα , μ’ ένα κοφτερό όργανο που έχει στο πίσω μέρος της κοιλιάς ανοίγει σχισμές στη φλούδα του δέντρου και γεννά 20 με 150 αυγά . Απ’ αυτά θα βγουν μικρά σκουληκάκια που θα πέσουν και θα χωθούν στη γη , κάτω απ’ το δέντρο . Κι ενώ μπαίνει το Φθινόπωρο και «οσονούπω» έρχεται κι ο χειμώνας ( οι γονείς ήδη έχουν αποχαιρετίσει τα γήινα) , τα σκουληκάκια τρέφονται από τις ρίζες των δέντρων , μεταμορφώνονται κι όταν φτάσουν στο τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσής τους (μετά από 3 έως 17 χρόνια (!!!) ανάλογα με το είδος) βγαίνουν από τη γη , σκαρφαλώνουν στα δέντρα , αλλάζουν το τελευταίο πουκάμισό τους κι αρχίζουν τη ζωή τους σαν τέλεια τζιτζίκια .
Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως τα τζιτζίκια ήταν πρώτα άνθρωποι που μαγεύτηκαν τόσο πολύ από τις μελωδίες των Μουσών τις οποίες άκουγαν τόσο εκστατικά , ώστε λησμόνησαν να φάνε και πέθαναν από την πείνα . Οι Μούσες , συγκινημένες από την αφοσίωσή τους , τους μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκια και τους έβαλαν να τραγουδούν τα καλοκαίρια , μέχρι το θάνατό τους , χωρίς να χρειάζονται τροφή και νερό . Όταν τα τζιτζίκια πεθάνουν (λέει πάλι ο μύθος ) πηγαίνουν στις Μούσες και τους ανακοινώνουν ποιοι άνθρωποι τιμούν κάθε μία απ’ αυτές , ώστε αυτοί να αξιωθούν την προστασία τους.
Το ατελείωτο και ανέμελο τραγούδι του τζίτζικα το κορόιδεψαν αρχαίοι μυθοπλάστες , όπως ο Αίσωπος , και πρόβαλλαν τον τζίτζικα ως πρότυπο τεμπελιάς και αποφυγής . Όμως , αλήθεια , πώς θα ήταν μια ζωή πειθαρχημένων ανθρώπων , με το κεφάλι πάντα σκυμμένο στη δουλειά , χωρίς γέλιο , χωρίς τραγούδι , χωρίς χαρά κι ανεμελιά ; Άλλωστε κι αυτοί ακόμα οι εργάτες στο Σικάγο , με το σύνθημα «8 ώρες δουλειά -8 ώρες ανάπαυση -8 ωρες ψυχαγωγία» διεκδίκησαν , με τίμημα τη ζωή τους , να γίνονται για 8 ώρες την ημέρα τζιτζίκια , ώστε να διώχνουν από πάνω τους τις πίκρες της σκληρής ζωής τους και τις αλυσίδες της δουλειάς – «δουλείας» .
Οι αρχαίοι που ήξεραν να εκτιμούν διαφορετικά τη ζωή από εμάς , τίμησαν τον περιφρονημένο , σήμερα , ταπεινό και ασήμαντο τζίτζικα, μ’ ένα ολόκληρο τραγούδι , που βρέθηκε μέσα στην Παλατινή Ανθολογία :
«Σε καλοτυχίζουμε , τζίτζικα
όταν πάνω στις κορφές των δέντρων,
αφού έχεις πιει λίγη δροσιά ,
σαν βασιλιάς τραγουδάς .
Γιατί δικά σου είναι όλα εκείνα 
που στους αγρούς βλέπεις
και που τα δάση τρέφουν .
Εσύ είσαι αγαπητός στους ανθρώπους,
γλυκός προφήτης του καλοκαιριού.
Σ’ αγαπούν οι Μούσες, 
σ’ αγαπά κι ο ίδιος ο Φοίβος,
γι’ αυτό σου χάρισαν γλυκιά λαλιά .
Τα γηρατειά εσένα δε σε φθείρουν, 
σοφέ τζίτζικα , που γεννήθηκες απ’ τη γη
κι αγαπάς το τραγούδι,
αμέριμνε εσύ , που έχεις σάρκα χωρίς αίμα,
είσαι σχεδόν όμοιος με τους Θεούς .»
Carmina Anacreontea , 34
(Εκδ.West)

Τέλος , ο τζίτζικας αξιώθηκε ν’ αποτελέσει θέμα συζήτησης του σοφού Σωκράτη με τον μαθητή του Φαίδρο , όταν πλάι στον Ιλισσό ποταμό κουβέντιαζαν για τη φυσική και καλλιτεχνική ομορφιά :

Σωκράτης
« Έχομεν καιρόν ως φαίνεται• και μάλιστα μέσα εις την πνιγηράν ζέστην επάνω από τα κεφάλια μας μου φαίνονται ότι οι τέττιγες ψάλλοντες και συνομιλούντες μας παρατηρούν. Εάν λοιπόν ίδωσι και ημάς όπως τους κοινούς ανθρώπους να μη συνδιαλεγώμεθα, αλλά να νυστάζωμεν νανουριζόμενοι από το τραγούδι των ένεκα αδρανείας της διανοίας μας, δικαίως θα μας καταγελάσωσιν θεωρούντες ημάς ως μερικούς δούλους οι οποίοι εύρον καταφύγιον να κοιμηθώσι, όπως τα αναπαυόμενα το μεσημέρι πρόβατα κοιμώνται παρά την βρύσιν• εάν δε μας βλέπωσιν ότι εξακολουθούμεν συνομιλούντες, και ότι παρερχόμεθα αυτούς καθώς Σειρήνας χωρίς να γοητευθώμεν [από τα άσματά των],
τότε θαυμάσαντες ταχέως θα μας έδιδον το δώρον, το οποίον έχουσιν από τους θεούς διά να χαρίζωσιν εις τους ανθρώπους.»

Τέλος , κι ο Λαός μας τίμησε τον τραγουδιστή του καλοκαιριού ταιριάζοντας για χάρη του σοφές παροιμίες και παροιμιακές εκφράσεις :
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος
ή το χελιδονάκι .
Αν δε λαλήσει τζίτζικας
δεν είν’ καλοκαιράκι»
«Τζίτζικας ελάλησε
μαύρη ρώγα γυάλισε»
"Γλεντάει σαν τον τζίτζικα." (για όσους δε χορταίνουν γλεντοκόπι)
"Σκάει ο τζίτζικας." (όταν κάνει πολύ ζέστη)
 Βαγγέλης Μητράκος
"ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ"
19-7-2006
Δείτε περισσότερες αντιδράσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου